haram
ha
ram
ˈrɑ:m
raam
harem

Ορισμός και σημασία του "haram"στα αγγλικά

01

χαράμ, ιερή ζώνη

a sacred or restricted area within a mosque or other religious sites, typically designated for prayer or religious activities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harams
01

απαγορευμένος, αθέμιτος

forbidden or not allowed according to Islamic law 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Eating pork is considered haram. 

Το να τρώει κανείς χοιρινό θεωρείται χαράμ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store