Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Haram
01
χαράμ, ιερή ζώνη
a sacred or restricted area within a mosque or other religious sites, typically designated for prayer or religious activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
harams
haram
01
απαγορευμένος, αθέμιτος
forbidden or not allowed according to Islamic law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Eating pork is considered haram.
Το να τρώει κανείς χοιρινό θεωρείται χαράμ.



























