infill
Pronunciation
/ˈɪnfɪl/

Ορισμός και σημασία του "infill"στα αγγλικά

01

συμπλήρωση, αστική πυκνότητα

the process of filling empty spaces in cities or neighborhoods within a built environment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Infill housing projects have become popular as they provide more affordable living options in densely populated cities.
Τα έργα κατοικίας infill έχουν γίνει δημοφιλή καθώς προσφέρουν πιο οικονομικές επιλογές διαβίωσης σε πυκνοκατοικημένες πόλεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store