frit
frit
frɪt
φριτ
/fɹˈɪt/

Ορισμός και σημασία του "frit"στα αγγλικά

01

φρίτα, θρυμματισμένο γυαλί

a type of crushed or powdered glass material that is often used as a raw material in glassmaking, ceramic glazes, and other applications to add color, texture, or other properties to the final product
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frits
01

φοβισμένος, τρομαγμένος

frightened or scared, especially in a sudden or childish way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
frittest
συγκριτικός βαθμός
fritter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The frit kids huddled together during the storm.
Τα τρομαγμένα παιδιά σφιχτοαγκαλιάστηκαν κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store