frit
frit
frɪt
frit
fruit

Ορισμός και σημασία του "frit"στα αγγλικά

01

φρίτα, θρυμματισμένο γυαλί

a type of crushed or powdered glass material that is often used as a raw material in glassmaking, ceramic glazes, and other applications to add color, texture, or other properties to the final product 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frits
01

φοβισμένος, τρομαγμένος

frightened or scared, especially in a sudden or childish way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
frittest
συγκριτικός βαθμός
fritter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was too frit to go down into the cellar. 

Ήταν πολύ φοβισμένη για να κατέβει στο κελάρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store