joglo
jog
ˈʤɒg
jog
lo
ləʊ
lew

Ορισμός και σημασία του "joglo"στα αγγλικά

01

τζόγκλο, παραδοσιακό ξύλινο σπίτι της Ιάβας με κωνική στέγη και περίτεχνα σκαλίσματα

a traditional Javanese wooden house with a peaked roof and intricate carvings, commonly found in Java, Indonesia 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
joglos
Παραδείγματα
The joglo stood proudly in the village, its layered roof visible from afar. 

Το joglo στέκονταν περήφανα στο χωριό, η στρωματοποιημένη οροφή του ορατή από μακριά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store