Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to joggle
01
κουνάω ελαφρά, κινώ από τη μια πλευρά στην άλλη
to repeatedly move from side to side
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
joggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
joggles
ενεστώτα μετοχή
joggling
απλός αόριστος
joggled
παθητική μετοχή
joggled
02
συνδέω με έναν γόμφο, στερεώνω με ένα πείρο
fasten or join with a joggle
Joggle
01
μια ελαφρά ακανόνιστη κίνηση κούνησης, ένα ελαφρύ ακανόνιστο τρέμουλο
a slight irregular shaking motion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
joggles
02
πείρος, καρφίτσα
a fastener that is inserted into holes in two adjacent pieces and holds them together



























