joggle
jo
ˈʤɑ:
τζα
ggle
gəl
γκαλ
/d‍ʒˈɒɡə‍l/

Ορισμός και σημασία του "joggle"στα αγγλικά

to joggle
01

κουνάω ελαφρά, κινώ από τη μια πλευρά στην άλλη

to repeatedly move from side to side
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
joggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
joggles
ενεστώτα μετοχή
joggling
απλός αόριστος
joggled
παθητική μετοχή
joggled
02

συνδέω με έναν γόμφο, στερεώνω με ένα πείρο

fasten or join with a joggle
01

μια ελαφρά ακανόνιστη κίνηση κούνησης, ένα ελαφρύ ακανόνιστο τρέμουλο

a slight irregular shaking motion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
joggles
02

πείρος, καρφίτσα

a fastener that is inserted into holes in two adjacent pieces and holds them together
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store