Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Craftivism
01
τεχνουργικός ακτιβισμός, ακτιβισμός τεχνικής
an artistic style popular in the late 20th and early 21st centuries, characterized by its use of craft and its exploration of the relationship between art and activism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
craftivisms



























