Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Decollage
01
ντεκολάζ
an art technique in which paper with printed images or text are torn and rearranged to form new compositions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
decollages
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
decollage
collage



























