perpend
per
ˈpɜ:
pend
pɛnd
pend

Ορισμός και σημασία του "perpend"στα αγγλικά

01

κάθετη άρθρωση, γραμμή κάθετης άρθρωσης

the vertical joint or seam between two bricks or stones in a masonry wall 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perpends
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store