bounteous
boun
ˈbaʊn
bawn
teous
tiəs
tiēs

Ορισμός και σημασία του "bounteous"στα αγγλικά

01

γενναιόδωρος, άφθονος

generous in giving or providing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bounteous
συγκριτικός βαθμός
more bounteous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was known for her bounteous donations to local schools and libraries. 

Ήταν γνωστή για τις γενναιόδωρες δωρεές της σε τοπικά σχολεία και βιβλιοθήκες.

Λεξικό Δέντρο

bounteously
bounteousness
bounteous
bounty
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store