Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bounteous
01
γενναιόδωρος, άφθονος
generous in giving or providing
Παραδείγματα
The farmers were grateful for the bounteous harvest that year.
Οι αγρότες ήταν ευγνώμονες για τη γενναιόδωρη συγκομιδή εκείνης της χρονιάς.
Λεξικό Δέντρο
bounteously
bounteousness
bounteous
bounty



























