Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Strapwork
01
πλεκτό διακοσμητικό μοτίβο, μοτίβο με διαπλεκόμενες λωρίδες
a decorative motif in architecture and design that consists of interlacing or overlapping bands or straps, often in a geometric or scrolling pattern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
strapworks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
strapwork
strap
work



























