Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strategize
01
καταστρατηγώ, σχεδιάζω
to plan a course of action for achieving a specific goal or desired outcome
Transitive: to strategize a course of action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
strategize
γ΄ ενικό πρόσωπο
strategizes
ενεστώτα μετοχή
strategizing
απλός αόριστος
strategized
παθητική μετοχή
strategized
Παραδείγματα
We are strategizing ways to expand our business.
Στρατηγικοποιούμε τρόπους για να επεκτείνουμε την επιχείρησή μας.
Λεξικό Δέντρο
strategize
strateg



























