liquin
Pronunciation
/lˈɪkwɪn/

Ορισμός και σημασία του "liquin"στα αγγλικά

01

liquin, ένα συνθετικό ρητινώδες μέσο που χρησιμοποιείται από καλλιτέχνες για να επιταχύνει τον χρόνο ξήρανσης και να βελτιώσει τη ροή και τη διαφάνεια των ελαιοχρωμάτων

a synthetic resin medium used by artists to accelerate drying time and improve the flow and transparency of oil paints
liquin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
liquins
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store