Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grocery shopping
01
ψώνια τροφίμων, αγορές από το σούπερ μάρκετ
the act of purchasing food and other household items from a grocery store or supermarket to meet one's household needs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο



























