Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handheld vacuum cleaner
/hˈændhɛld vˈækjuːm klˈiːnɚ/
Handheld vacuum cleaner
01
φορητό ηλεκτρικό σκούπα, ηλεκτρικό σκούπα χειρός
a small, portable vacuum cleaner designed for quick and easy cleaning of small messes and hard-to-reach areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handheld vacuum cleaners
Παραδείγματα
He grabbed the handheld vacuum cleaner to clean up the mess after his kids had lunch.
Άρπαξε το χειροκίνητο ηλεκτρικό σκούπα για να καθαρίσει το χάος αφού τα παιδιά του έφαγαν μεσημεριανό.



























