fogger
fo
ˈfɒ
fo
gger
forgerflogger

Ορισμός και σημασία του "fogger"στα αγγλικά

01

ψεκαστήρας, ομιχλοποιός

a tool that sprays a fine mist of chemicals to control pests and insects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foggers
Παραδείγματα
The gardener used a fogger to control the mosquito problem in the backyard. 

Ο κηπουρός χρησιμοποίησε ένα ψεκαστήρα για να ελέγξει το πρόβλημα των κουνουπιών στην πίσω αυλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fogger
fog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store