hardwood flooring
hard
ˈhɑ:d
χαντ
wood
wʊd
ουουντ
floo
flɔ:
φλο
ring
rɪng
ρινγκ

Ορισμός και σημασία του "hardwood flooring"στα αγγλικά

Hardwood flooring
01

παρκέ από σκληρό ξύλο, πάτωμα από συμπαγές ξύλο

a type of flooring made from solid hardwood boards, typically cut from a single piece of wood 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The living room has beautiful hardwood flooring that adds a warm, inviting feel. 

Το σαλόνι έχει όμορφο παρκέ από σκληρό ξύλο που προσδίδει μια ζεστή, φιλόξενη αίσθηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store