Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hardstyle
01
hardstyle, γρήγορη ηλεκτρονική χορευτική μουσική με ενεργητικά beats
fast-paced electronic dance music with energetic beats, heavy basslines, and distinctive screeching synths
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hardstyle
hard
style



























