boulder
boul
ˈbəʊl
bewl
der
bounderbowlder

Ορισμός και σημασία του "boulder"στα αγγλικά

01

βράχος, πέτρα

a large rock, usually one that has been shaped by natural forces such as water or ice 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boulders
Παραδείγματα
A massive boulder sat at the edge of the cliff, weathered by centuries of wind and rain. 

Ένας τεράστιος βράχος κάθισε στην άκρη του γκρεμού, που είχε υποστεί διάβρωση από αιώνες ανέμου και βροχής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store