bouldered
bouldered
'bəʊldəd
bewldēd
bordered

Ορισμός και σημασία του "bouldered"στα αγγλικά

01

βραχώδης, πετρώδης

abounding in rocks or stones 
bouldered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bouldered
συγκριτικός βαθμός
more bouldered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
terrain, geology, landscape

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store