bouldered
Pronunciation
/bˈoʊldɚd/

Ορισμός και σημασία του "bouldered"στα αγγλικά

01

βραχώδης, πετρώδης

abounding in rocks or stones
bouldered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bouldered
συγκριτικός βαθμός
more bouldered
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store