Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouldered
01
βραχώδης, πετρώδης
abounding in rocks or stones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bouldered
συγκριτικός βαθμός
more bouldered
διαβαθμίσιμο



























