actuary
Pronunciation
/ˈæktʃuˈɛˌɹi/

Ορισμός και σημασία του "actuary"στα αγγλικά

01

αναλογιστής, ειδικός αναλογιστικής

a person whose job is to assess and calculate financial risks that an insurance company might come across
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
actuaries
Παραδείγματα
The work of actuaries helps insurance companies set premiums, determine reserves, and develop strategies to minimize financial risks.
Η εργασία των αναλογιστών βοηθά τις ασφαλιστικές εταιρείες να καθορίζουν τα ασφάλιστρα, να καθορίζουν τα αποθεματικά και να αναπτύσσουν στρατηγικές για την ελαχιστοποίηση των χρηματοοικονομικών κινδύνων.

Λεξικό Δέντρο

actuarial
actuary
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store