Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Joke theft
01
κλοπή αστείου, λογοκλοπή αστείου
the act of plagiarizing or stealing jokes or comedic material from another comedian without giving proper credit or permission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























