topit
to
ˈtɑ:
τα
pit
pɪt
πιτ
/tˈɒpɪt/

Ορισμός και σημασία του "topit"στα αγγλικά

01

μυστική τσέπη, μαγική κρυψώνα

a hidden pocket or pouch used in magic tricks to secretly conceal and produce objects for surprising effects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
topits
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store