topography
to
tə
tē
pog
ˈpɒg
pog
ra
rə
rē
phy
fi
fi
tomography

Ορισμός και σημασία του "topography"στα αγγλικά

01

τοπογραφία, διαμόρφωση του εδάφους

the arrangement and physical features of a surface, including its natural and man-made elements 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The topography of the valley made road construction difficult. 

Η τοπογραφία της κοιλάδας έκανε την κατασκευή δρόμων δύσκολη.

02

τοπογραφία, τοπογραφική χαρτογράφηση

a detailed study or mapping of the surface features of a region 
Παραδείγματα
The expedition conducted a topography of the mountain range. 

Η αποστολή διεξήγαγε μια τοπογραφία της οροσειράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store