flexitime
flexitime
flɛksɪta‌ɪm
fleksitaim

Ορισμός και σημασία του "flexitime"στα αγγλικά

01

ευέλικτο ωράριο, ευελιξία ωραρίου

a flexible work schedule in which employees can set their own working hours within a certain framework or range of hours 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flexitimes
Παραδείγματα
She enjoys the freedom of working on a flexitime schedule. 

Απολαμβάνει την ελευθερία της εργασίας με ευέλικτο πρόγραμμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store