Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
farci
01
γεμιστός
(of food) stuffed or filled with a mixture of ingredients
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, cooking
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γεμιστός