singer-songwriter
sin
sɪn
sin
ger
song
sɒng
song
wri
raɪ
rai
ter

Ορισμός και σημασία του "singer-songwriter"στα αγγλικά

Singer-songwriter
01

τραγουδοποιός, τραγουδιστής-συνθέτης

a musician who writes and performs their own songs 
singer-songwriter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
singer-songwriters
Παραδείγματα
As a singer-songwriter, he often plays guitar while singing his original songs. 

Ως τραγουδοποιός, συχνά παίζει κιθάρα ενώ τραγουδά τα δικά του τραγούδια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store