Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crowd-surfing
01
surf στο πλήθος, μεταφερόμενος από το πλήθος
when an individual is carried above the crowd by the audience during live music concerts or events, often used as a form of interactive performance or stage diving
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crowd-surfings



























