crowbar
crow
ˈkrəʊ
krew
bar
bɑ:
baa

Ορισμός και σημασία του "crowbar"στα αγγλικά

01

μοχλός, λοστός

an iron bar with one end curved that is used as a lever 
crowbar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crowbars
Παραδείγματα
He used a crowbar to pry open the old wooden door. 

Χρησιμοποίησε ένα μοχλό για να ανοίξει την παλιά ξύλινη πόρτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

crowbar

crow

+

bar

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store