lamellophone
la
λα
me
ˈmɛ
με
llo
λα
phone
fəʊn
φεουν

Ορισμός και σημασία του "lamellophone"στα αγγλικά

01

λαμελλοφώνo, κρουστό όργανο με μεταλλικές ή μπαμπού λωρίδες που παράγουν ήχο όταν τραβιούνται

a percussion instrument with metal or bamboo strips that produce sound when plucked 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lamellophones

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store