Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to double-book
01
διπλή κράτηση, κάνω διπλή κράτηση
to assign the same room, seat, or ticket to more than one person or group, often by mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
double-book
γ΄ ενικό πρόσωπο
double-books
ενεστώτα μετοχή
double-booking
απλός αόριστος
double-booked
παθητική μετοχή
double-booked
Παραδείγματα
The restaurant double-booked the table, causing a delay for both parties.
Το εστιατόριο έκανε διπλή κράτηση του τραπεζιού, προκαλώντας καθυστέρηση και για τις δύο πλευρές.
LanGeek



























