Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to double-book
01
διπλή κράτηση, κάνω διπλή κράτηση
to assign the same room, seat, or ticket to more than one person or group, often by mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
double-book
γ΄ ενικό πρόσωπο
double-books
ενεστώτα μετοχή
double-booking
απλός αόριστος
double-booked
παθητική μετοχή
double-booked
Παραδείγματα
The theater double-booked the front-row seats for two different groups.
Το θέατρο διπλοκράτησε τις θέσεις της πρώτης σειράς για δύο διαφορετικές ομάδες.



























