actress
Pronunciation
/ˈæktrəs/

Ορισμός και σημασία του "actress"στα αγγλικά

01

ηθοποιός, θεατρίνα

a woman whose job involves performing in movies, plays, or series
actress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
actresses
Παραδείγματα
The young actress received an award for her outstanding performance.
Η νέα ηθοποιός έλαβε βραβείο για την εξαιρετική της ερμηνεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store