Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Recycle bin
01
κάδος ανακύκλωσης, σκουπιδοτενεκές ανακύκλωσης
a designated container or receptacle used for collecting recyclable materials, such as paper, plastic, glass, or metal, in order to facilitate their proper recycling and reduce waste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
recycle bins
Παραδείγματα
I always separate plastic bottles and cans into the recycle bin.
Πάντα χωρίζω τα πλαστικά μπουκάλια και τις κονσέρβες στον κάδο ανακύκλωσης.
02
κάδος ανακύκλωσης, κάδος απορριμμάτων
a folder or location on a computer where deleted files are temporarily stored before being permanently removed
Παραδείγματα
I accidentally deleted the file, but I found it in the recycle bin.
Διέγραψα κατά λάθος το αρχείο, αλλά το βρήκα στον κάδο ανακύκλωσης.



























