Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to read back
[phrase form: read]
01
ξαναδιαβάζω, επαληθεύω με την ανάγνωση
to review the words one has previously written, often to check their accuracy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
read
ενεστώτας
read back
γ΄ ενικό πρόσωπο
reads back
ενεστώτα μετοχή
reading back
απλός αόριστος
read back
παθητική μετοχή
read back
Παραδείγματα
The student read back the essay to proofread for any grammatical mistakes.
Ο μαθητής ξανάδιαβασε την έκθεση για να διορθώσει τυχόν γραμματικά λάθη.



























