reactive
re
ri:
ri
ac
æk
āk
tive
tɪv
tiv
relativerejectiverefractivereductive

Ορισμός και σημασία του "reactive"στα αγγλικά

01

αντιδραστικός, αντιδραστική

acting in response to a situation rather than initiating or controlling it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reactive
συγκριτικός βαθμός
more reactive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company remained reactive instead of taking a proactive approach. 

Η εταιρεία παρέμεινε αντιδραστική αντί να υιοθετήσει μια προληπτική προσέγγιση.

02

αντιδραστικός, αντιδραστική

responding to a stimulus, signal, or influence rather than acting independently 
Παραδείγματα
Pupils are reactive to light, contracting and dilating as needed. 

Οι κόρες είναι αντιδραστικές στο φως, συστέλλονται και διαστέλλονται όπως απαιτείται.

03

αντιδραστικός, αντιδραστική

having a tendency to undergo chemical reactions 
Παραδείγματα
Sodium is highly reactive with water. 

Το νάτριο είναι πολύ δραστικό με το νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store