Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reactive
01
αντιδραστικός, αντιδραστική
acting in response to a situation rather than initiating or controlling it
Παραδείγματα
The government 's reactive measures came too late to prevent the disaster.
Τα αντιδραστικά μέτρα της κυβέρνησης ήρθαν πολύ αργά για να αποτρέψουν την καταστροφή.
02
αντιδραστικός, αντιδραστική
responding to a stimulus, signal, or influence rather than acting independently
Παραδείγματα
The immune system is reactive to foreign pathogens.
Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι αντιδραστικό σε ξένα παθογόνα.
03
αντιδραστικός, αντιδραστική
having a tendency to undergo chemical reactions
Παραδείγματα
Hydrogen is reactive with oxygen under certain conditions.
Το υδρογόνο είναι δραστικό με το οξυγόνο υπό ορισμένες συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
unreactive
reactive
active
act



























