Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to role play
01
παίζω ρόλο, ενσαρκώνω ρόλο
to try to act or talk like a specific character
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
role-play
γ΄ ενικό πρόσωπο
role-plays
ενεστώτα μετοχή
role-playing
απλός αόριστος
role-played
παθητική μετοχή
role-played
Παραδείγματα
I often role-play various strategies to prepare for meetings.
Συχνά παίζω ρόλους διαφορετικών στρατηγικών για να προετοιμαστώ για συναντήσεις.



























