to role play
role
rəʊl
rewl
play
pleɪ
plei
roleplay
role-play

Ορισμός και σημασία του "role play"στα αγγλικά

to role play
01

παίζω ρόλο, ενσαρκώνω ρόλο

to try to act or talk like a specific character 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
role-play
γ΄ ενικό πρόσωπο
role-plays
ενεστώτα μετοχή
role-playing
απλός αόριστος
role-played
παθητική μετοχή
role-played
Παραδείγματα
The students role played a job interview to practice their answers. 

Οι μαθητές έπαιξαν ρόλο σε μια συνέντευξη εργασίας για να εξασκήσουν τις απαντήσεις τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store