role play
role
roʊl
ρουλ
play
pleɪ
πλει
/ɹˈəʊl plˈeɪ/
role-play

Ορισμός και σημασία του "role play"στα αγγλικά

to role play
01

παίζω ρόλο, ενσαρκώνω ρόλο

to try to act or talk like a specific character
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
role-play
γ΄ ενικό πρόσωπο
role-plays
ενεστώτα μετοχή
role-playing
απλός αόριστος
role-played
παθητική μετοχή
role-played
Παραδείγματα
I often role-play various strategies to prepare for meetings.
Συχνά παίζω ρόλους διαφορετικών στρατηγικών για να προετοιμαστώ για συναντήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store