Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Achalasia
01
αχαλασία, μεγαοισοφάγος
a disorder that affects swallowing due to improper relaxation of the lower esophageal sphincter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























