Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to regain one's feet
01
ξανασηκώνομαι, ορθοποδώ
to manage to stand upright after taking a fall or being knocked down
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
He slipped on the ice but quickly regained his feet.
Γλίστρησε στον πάγο, αλλά γρήγορα ξανασηκώθηκε.
02
ξαναστέκεται στα πόδια του, ανακάμπτει
to become successful again after experiencing difficulties or financial problems
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The company regained its feet after the financial crisis.
Η εταιρεία ξαναστάθηκε στα πόδια της μετά την οικονομική κρίση.



























