Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contraceptive implant
/kˌɑːntɹəsˈɛptɪv ˈɪmplænt/
Contraceptive implant
01
αντισυλληπτικό εμφύτευμα, υποδερμική αντισυλληπτική συσκευή
a small device that a healthcare provider inserts under the skin of the upper arm to prevent pregnancy by releasing hormones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contraceptive implants



























