Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lithotripsy
01
λιθοτριψία, θρύψη λίθων
a medical procedure that uses shock waves or lasers to break down kidney or urinary tract stones without surgery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lithotripsies
LanGeek



























