Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lithography
01
λιθογραφία
the act of making a lithographic print
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
λιθογραφία, λιθογραφική διαδικασία
a type of printing process that uses a flat stone or metal plate with a design etched into it to transfer ink to paper



























