Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
actively
01
ενεργά, με δυναμικότητα
in a way that involves effort and participation rather than being passive
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company is actively hiring new staff in all departments.
Η εταιρεία προσλαμβάνει ενεργά νέο προσωπικό σε όλα τα τμήματα.
02
ενεργά, με ενεργό τρόπο
in a way that includes physical movement or bodily effort
Παραδείγματα
She tries to live actively by walking everywhere instead of driving.
Προσπαθεί να ζήσει ενεργά περπατώντας παντού αντί να οδηγεί.
Λεξικό Δέντρο
proactively
actively
active
act



























