Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ambulatory phlebectomy
01
φλεβεκτομή εξωτερικού ασθενούς, αφαίρεση κιρσών σε εξωτερικό ασθενή
a minimally invasive procedure to remove varicose veins through small incisions on an outpatient basis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ambulatory phlebectomies
LanGeek



























