Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambulatory phlebectomy
/ˈæmbjʊlətˌoːɹi flɛbˈɛktəmi/
Ambulatory phlebectomy
01
φλεβεκτομή εξωτερικού ασθενούς, αφαίρεση κιρσών σε εξωτερικό ασθενή
a minimally invasive procedure to remove varicose veins through small incisions on an outpatient basis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ambulatory phlebectomies



























