Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lag behind
[phrase form: lag]
01
υστερώ, αναπτύσσομαι πιο αργά
to develop or progress more slowly than someone or something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
behind
βασικό ρήμα
lag
ενεστώτας
lag behind
γ΄ ενικό πρόσωπο
lags behind
ενεστώτα μετοχή
lagging behind
απλός αόριστος
lagged behind
παθητική μετοχή
lagged behind
Παραδείγματα
The team lagged behind in the first half of the game, but they came back to win in the second half.
Η ομάδα έμεινε πίσω στο πρώτο ημίχρονο του παιχνιδιού, αλλά επέστρεψε για να κερδίσει στο δεύτερο ημίχρονο.



























