Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lag behind
01
υστερώ, αναπτύσσομαι πιο αργά
to develop or progress more slowly than someone or something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
behind
βασικό ρήμα
lag
ενεστώτας
lag behind
γ΄ ενικό πρόσωπο
lags behind
ενεστώτα μετοχή
lagging behind
απλός αόριστος
lagged behind
παθητική μετοχή
lagged behind
Παραδείγματα
American companies are lagging behind their Chinese counterparts in the development of artificial intelligence.
Οι αμερικανικές εταιρείες υστερούν σε σχέση με τις κινεζικές ομόλογές τους στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.



























