lagging
la
ˈlæ
gging
gɪng
ging
logginglegging

Ορισμός και σημασία του "lagging"στα αγγλικά

01

υστερών, αργός

moving too slowly, hence falling behind 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lagging
συγκριτικός βαθμός
more lagging
διαβαθμίσιμο
01

μόνωση, θερμομόνωση

insulation used to wrap around pipes or boilers or laid in attics to prevent loss of heat 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laggings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store