lagging
Pronunciation
/ˈɫæɡɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "lagging"στα αγγλικά

01

υστερών, αργός

moving too slowly, hence falling behind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lagging
συγκριτικός βαθμός
more lagging
διαβαθμίσιμο
01

μόνωση, θερμομόνωση

insulation used to wrap around pipes or boilers or laid in attics to prevent loss of heat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store